Μιά ἀκόμη αἴτηση γιά
διαζύγιο.
«Μέ
πῆρε –λέγει ἡ γυναίκα πού τό ζητᾶ– μέ ἔρωτα. Μ’ ἀγαποῦσε τόσο πολύ τότε –φυλάω
ἀκόμη μερικά ἀπό τά γράμματα πού μοὔγραφε τότε γεμάτα ἀπό γλυκά λόγια καί
πάθος– τώρα μέ αποστρέφεται, μοῦ κάνει ἀπιστίες, μέ δέρνει καί μέ χτυπᾶ γιά νά
φύγω καί νά ζήση μέ κείνη πού ἀγαπᾶ τώρα...».
Πέθανε
λοιπόν – σκέπτομαι – τόσο γρήγορα ἡ ἀγάπη στίς δυό αὐτές νεαρές ἀκόμη ὑπάρξεις;
Τόσο γρήγορα λοιπόν φθείρεται καί κουράζεται ἡ ἀνθρώπινη καρδιά; Ὄχι δέν
πεθαίνει τόσο γρήγορα ἡ ἀγάπη. Ἀλλά στήν περίπτωση αὐτή δέν ὑπῆρχε ἀγάπη,
ὑπῆρχε μόνον ἕνα τυφλό αἴσθημα ἤ ἕνας κατώτερος πόθος, πού ὅταν κουράστηκε
ἐξατμίσθηκε καί χάθηκε. Καί θέλω νά τονίσω ἀκριβῶς αὐτό ἐδῶ: Κάθε αἴσθημα καί
κάθε πόθος πού αἰσθάνεται ὁ ἄνδρας γιά τή γυναίκα ἤ ἡ γυναῖκα γιά τόν ἄνδρα,
δέν εἶναι ἀγάπη. Βέβαια ἡ σωματική ὀμορφιά ἤ ἡ ψυχική γλυκάδα τοῦ ἄλλου φύλου
μπορεῖ νά κάμη μιά αἴσθηση στήν καρδιά μας καί νά μᾶς γεννήση μιά συμπάθεια. Μά
ἡ συμπάθεια αὐτή μπορεῖ νά εἶναι καθαρά σαρκικός πόθος πού ἐκφράζει τή
βιολογική ἀπαίτηση τοῦ φύλου. Ἤ μπορεῖ νά εἶναι ὅπως λέγει ἡ ψυχολογία–
προβολή τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μας στήν εἰκόνα τοῦ ἄλλου, δηλαδή νά νομίζωμε ὅτι
ὁ ἄνδρας ἤ ἡ γυναίκα πού ἀγαποῦμε ἔχει κεῖνα ἀκριβῶς τά δῶρα καί τά χαρίσματα
πού θέλαμε μεῖς νά ἔχη σάν ἰδανικό πρόσωπο πλασμένο μέσα στή φαντασία μας. Ἤ
μπορεῖ ἀκόμη νά εἶναι μιά λατρεία τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μας στό πρόσωπο ἐκεῖνο
π’ ἀγαποῦμε. Ἤ τέλος πάντων μπορεῖ νά εἶναι μιά σύνθεση ἀπ’ ὅλα αὐτά πού
γεμίζει καί καταγοητεύει τήν ὕπαρξή μας καί νομίζομε πώς ἀγαποῦμε ἤ μᾶς
ἀγαποῦν.